Ιαπωνία: Ένα φαντασμαγορικό καλειδοσκόπιο, όπου ο φουτουρισμός συνομιλεί με την παράδοση
Με τα μάτια των σπουδαστών
Ο ωκεανογράφος Βασίλης Γαλανός*, σπουδαστής του Siountri School, ταξίδεψε στη Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου και μοιράζεται μαζί μας τις αναμνήσεις του από τις μεγαλουπόλεις, την επαρχία, τα 24ωρα Conbini, τη γεύση ενός οκονομιγιάκι, αλλά και την αίσθηση να μιλάς στα Ιαπωνικά με τους κατοίκους, το χρυσό κλειδί του ταξιδιού.
«Όπως πολύς κόσμος, έτσι κι εγώ ήθελα εδώ και πολλά χρόνια να πάω στην Ιαπωνία. Το ενδιαφέρον μου για αυτήν είχε ξεκινήσει από παιδί, συγκεκριμένα απ’ όταν είδα ένα ντοκιμαντέρ στην τηλεόραση που εξηγούσε τον τρόπο λειτουργίας των Shinkansen, των υπερηχητικών τραίνων της Ιαπωνίας. Εκεί θυμάμαι πως αναφερόταν πως κάποια από αυτά είναι μαγνητικά και αιωρούνται στις ράγες (για ελάχιστα χιλιοστά βέβαια) και ήταν υπέρ αρκετό για να με εντυπωσιάσει. Μετά από χρόνια όταν φοιτούσα στο Πανεπιστήμιο, μέσω μιας φίλης μου που σπούδαζε πολλά χρόνια στο Siountri School Ιαπωνικά, ήρθα σε επαφή με την γλώσσα και το σχολείο, εν τέλει γράφτηκα και ήρθα πλέον για τα καλά σε επαφή με την Ιαπωνική κουλτούρα, κάνοντας μαθήματα με την κυρία Akemi Kasahara.
“Όσο σπούδαζα σκεφτόμουν για πολύ καιρό πως θέλω επιτέλους να οργανώσω αυτό το ταξίδι και τελικά όλα ξεκίνησαν με μια παρόρμηση. Η αφορμή ήρθε μόνη της τον Απρίλιο του 2025, όπου τυχαία έπεσα πάνω σε μια πολύ καλή προσφορά για αεροπορικά μετ’ επιστροφής Αθήνα – Τόκυο. Αποφάσισα ότι δεν έπρεπε να χάσω την ευκαιρία και τελικά ήταν τόσο απλό, αυτό ήταν όλο. Έκλεισα τα εισιτήρια, οργανώθηκα, έψησα και έναν φίλο μου να πάμε παρέα και εν τέλει φύγαμε. Το ταξίδι κράτησε 16 ημέρες (8 – 24 Δεκεμβρίου) και σε αυτό το διάστημα πήγαμε σε όσα περισσότερα μέρη καταφέραμε, με προσπάθεια πάντα να κρατάμε το budget, κατά το δυνατόν, χαμηλά.
Παρά την μεγάλη κλίμακα του ταξιδιού και της απόστασης που διανύσαμε ακόμα και εντός της Ιαπωνίας, καταλήξαμε από νωρίς πως το καλύτερο που έχει να κάνει κάποιος είναι να πάει χωρίς να έχει κλείσει εκ των προτέρων όλα του τα ξενοδοχεία, εισιτήρια και events (εκτός και αν πρόκειται για κάτι πολύ συγκεκριμένο) και να αφήσει περιθώριο στο ταξίδι να διαμορφωθεί από μόνο του με βάση ιδέες που προκύπτουν επιτόπου. Έτσι, και εμείς φύγαμε με μόνο ένα μισογεμάτο σακίδιο πλάτης και τίποτα άλλο, με το σκεπτικό να αγοράσουμε μετά μια βαλίτσα από την Ιαπωνία και να την γεμίσουμε εκεί με πράγματα, ακόμα και έξτρα ρούχα, που θα αγοράσουμε και να τα φέρουμε πίσω στην Ελλάδα. Επίσης, κλείναμε τα δωμάτια μας σε ξενοδοχεία 1-2 μέρες περίπου πριν την διανυκτέρευση μας και τελικά, εκτός από ευελιξία στο ταξίδι μας, επωφεληθήκαμε και από προσφορές που έτρεχαν πολλά ξενοδοχεία εκείνες τις μέρες.
Η περιήγηση στις μεγάλες πόλεις
Το γενικό σχέδιο που σκεφτήκαμε ήταν να μείνουμε δύο ημέρες Τόκυο, μετά να πετάξουμε για Φουκουόκα και κάνοντας χρήση των Shinkansen και τοπικών (κυρίως φτηνών) μέσων να ακολουθήσουμε την διαδρομή Χιροσίμα – Οσάκα – Κιότο – Τόκυο και να γυρίσουμε προς το Τόκυο από όπου θα πετάγαμε στις 24 του μήνα για Ελλάδα. Εν τέλει καταλήξαμε να μείνουμε συνολικά έξι μέρες στο Τόκυο (δύο στην αρχή και τέσσερις στο τέλος του ταξιδιού), δύο μέρες στην Φουκουόκα, δύο στην Χιροσίμα, τρεις στην Οσάκα και δύο στο Κιότο, με μονοήμερες εκδρομές (χωρίς όμως να διανυκτερεύσουμε εκεί) στο Χιμέτζι, τη Νάρα και το Ενοσίμα (θα σας πω αναλυτικά για το τελευταίο, την αποκάλυψη του ταξιδιού). Για τις μετακινήσεις μας χρησιμοποιήσαμε και ένα πολύ χρήσιμο tip από τον κ. ‘Αλεξ Τανάκα από τη γραμματεία του Siountri School, αγοράσαμε ένα τοπικό εισιτήριο (Seishun 18 Kippu), το οποίο μας πρόσφερε σε πολύ χαμηλή τιμή απεριόριστα ταξίδια με τα τοπικά τραίνα (όχι Shinkansen και express trains) για πέντε ημέρες, που κατέληξαν να είναι το κύριο μέσω μεταφοράς μας.
Με το που προσγειωθήκαμε στο αεροδρόμιο Νάριτα του Τόκυο, όλα τα πράγματα άρχιζαν να μας δείχνουν την μεγάλη πολιτιστική διαφορά με την Ελλάδα (είτε καλά είτε κακά), όπως: οι πεντακάθαροι δρόμοι (παρά την τεράστια απουσία κάδων!), τα μέσα μαζικής μεταφοράς που ήταν πάντα με ακρίβεια δευτερολέπτου στην ώρα τους, τον σεβασμό που έδειχναν οι άνθρωποι μεταξύ τους και τον ζήλο για απόδοση και εξυπηρέτηση. Στην αρχή μας φάνηκαν παράξενες κάποιες μικροδιαφορές στην καθημερινή συμπεριφορά, όπως για παράδειγμα ότι δεν έπρεπε να μιλάμε δυνατά μεταξύ μας, ή να τρώμε ενώ μιλάμε ή περπατούσαμε έξω στον δρόμο. Δεν επιτρεπόταν επίσης να περάσουμε τη διάβαση με κόκκινο (ακόμα και όταν είναι εντελώς άδειοι οι δρόμοι), όμως η πολύ πιο πειθαρχημένη Ιαπωνική κοινωνία μας απορρόφησε σχεδόν αμέσως και γρήγορα εναρμονιστήκαμε με τις καθημερινές συνήθειες.
Τόκυο: ένα καλο- κουρδισμένο χάος
Η πρώτη πόλη που είδαμε, το Τόκυο, ήταν στην ουσία ένα καλό-κουρδισμένο και λειτουργικό χάος. Το ίδιο ισχύει και για την Οσάκα, όπου οι δρόμοι ήταν γεμάτοι πληθωρικές πινακίδες, φώτα νέον και ουρανοξύστες. Παρά το μέγεθος και τον γρήγορο ρυθμό (και στις δύο μεγάλες αυτές πόλεις), δίπλα στα σύγχρονα κτίρια βλέπαμε κάθε τόσο κτίρια παραδοσιακά και ναούς που συνυπήρχαν αρμονικά με το μοντέρνο περιβάλλον και εύκολα χανόταν κανείς περπατώντας στις πραγματικά άπειρες συνοικίες της μητρόπολης. Η δική μου αγαπημένη γειτονιά ήταν η Ασάκουσα στο Τόκυο, όπου μείναμε τις πρώτες δύο μέρες του ταξιδιού. Από εκεί και για τις επόμενες δύο μέρες, περπατήσαμε και ψωνίσαμε στην Ακιχαμπάρα, μετά πήγαμε στην συνοικία των σούμο –Ριογκόκου. Μάλιστα εκεί έπιασα την πρώτη μου μεγάλη σε διάρκεια συνομιλία στα… ιαπωνικά, μια κουβέντα που «ξεκλείδωσε» και τη διάθεσή μου για επικοινωνία με τους κατοίκους. Έτσι, η πρώτη μας συζήτηση ήταν έναν ηλικιωμένο, εξαιρετικό σούσι-σεφ που μας σέρβιρε τα πιάτα από τον πάγκο του. Στη συνέχεια επισκεφθήκαμε τον ναό Σένσο-τζι, ανεβήκαμε για βραδινό καφέ στο Tokyo Skytree και γενικώς θα έλεγα ότι πήραμε μια πρώτη γεύση του τι είναι μία πραγματικά μεγάλη πόλη, τόσο σε έκταση αλλά και σε περιεχόμενο.
Η γλώσσα ως πυξίδα και κλειδί για το ταξίδι
Η γλώσσα, εκτός από ένα μέσο για να αναβαθμιστεί η εμπειρία του ταξιδιού, καθώς πιάναμε κουβέντες με ντόπιους και μαθαίναμε διάφορα ενδιαφέροντα πράγματα, αποδείχθηκε και ένα πολύ χρήσιμο εργαλείο. Για παράδειγμα, κατά την διαδρομή προς Χιροσίμα, ο φίλος μου έχασε την τσάντα του στο τραίνο. Μόλις το καταλάβαμε, αμέσως κατεβήκαμε στην επόμενη διαθέσιμη στάση (ήταν σε ένα χωριό στην μέση του πουθενά!) και μιλήσαμε με τον έναν υπάλληλο που είχε ο σταθμός. Μιας και δεν μίλαγε Αγγλικά, μιλήσαμε στα Ιαπωνικά, μας έδωσε το τηλέφωνο του τμήματος απολεσθέντων του κεντρικού σταθμού της περιοχής, καλέσαμε μέσω του τηλεφωνικού θαλάμου του σταθμού, ενημερώσαμε έγκαιρα για την απώλεια της τσάντας και την επόμενη κιόλας μέρα την βρήκαμε και συνεχίσαμε το ταξίδι χωρίς να βγούμε από το πρόγραμμα μας!
Αν και πιο αργά σε ταχύτητα, με τα τοπικά τραίνα είχαμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε την ομορφιά της Ιαπωνικής επαρχίας. Η περιοχή που διασχίσαμε εμείς (νοτιοδυτική ακτογραμμή του Honshu με κατεύθυνση προς Χιροσίμα) στη μια πλευρά είχε την τεράστια ακτογραμμή της διαδρομής μας, γεμάτη κολπίσκους και πολλές, μικρές δασώδεις νησίδες και στην άλλη πλευρά χωριά και μικρούς οικισμούς, ποταμάκια, καλλιεργήσιμες εκτάσεις και καταπράσινα δάση. Επίσης, κάθε τόσο και διάσπαρτα σε όλη την διαδρομή, υπήρχαν μεγάλα ξύλινα παραδοσιακά σπίτια (παρόμοια σε λογική με τα δικά μας «αρχοντικά» στην ελληνική επαρχία) συχνά με πολύ περιποιημένους κήπους και μοναδική αισθητική. Οι ώρες που περάσαμε στα τοπικά αυτά τραίνα (3-4 ώρες/ ημέρα) ήταν από τις πιο χαλαρωτικές ταξιδιωτικές εμπειρίες, άδειαζε τελείως το μυαλό. Πόσο μάλλον όταν ακούγαμε παράλληλα και την κατάλληλη χαλαρωτική μουσική playlist από το Studio Ghibli. Το τραίνο αποδείχθηκε έτσι ιδανικό μέρος-διάλειμμα και για μελέτη, γιατί αν και σε διακοπές, τα μαθήματα Ιαπωνικών δεν είχαν ακόμα σταματήσει για τις διακοπές των Χριστουγέννων και οι εργασίες της κ. Akemi έτρεχαν ακόμη!
Χιροσίμα και Οσάκα
Μετά την Φουκουόκα, πήγαμε στην Χιροσίμα, μια πόλη όμορφη και με μεγάλη ιστορική σημασία και μνήμη, γυρίσαμε το κέντρο της, το κάστρο, τα ιστορικά κτήρια και τα μουσεία της και συνεχίσαμε για την Οσάκα. Στην Οσάκα είχαμε μια εμπειρία παρόμοια με το Τόκυο, αλλά με ρυθμούς πιο χαλαρούς (συγκεκριμένα, πιο ‘’δυτικούς’’), με φοβερά μέρη για φαγητό, με έντονα φώτα και ζωή. Γυρίσαμε τη διάσημη αμερικανική συνοικία και τα πολλά μαγαζιά της με μεταχειρισμένα είδη, επισκεφθήκαμε το τεράστιο ενυδρείο Καϊγιούκαν, το κανάλι στο κέντρο της πόλης και το επιβλητικό κάστρο της Οσάκας και του Χιμέτζι. Πριν την επιστροφή μας στο Τόκυο μείναμε και στο Κιότο, όπου η έμφαση στην παράδοση, τα κτίρια, οι ναοί και συνολικά η αισθητά διαφορετική, πιο πνευματική, αλλά και φινετσάτη αισθητική της πόλης μας εντυπωσίασαν πραγματικά. Ανεβήκαμε το λόφο του Φουσίμι-Ινάρι, πήγαμε στο ναό Κινκάκου-τζι, παρακολουθήσαμε την τελετή προετοιμασίας Ιαπωνικού τσαγιού και φυσικά, κατά τη διάρκεια όλου του ταξιδιού, δεν χάσαμε ούτε μία ευκαιρία να δοκιμάσουμε ό,τι αξιοπερίεργο και διαφορετικό φαγητό βρίσκαμε στην πορεία μας!
Η ιαπωνική κουζίνα σηκώνει ψηλά τον πήχη στην παγκόσμια γαστρονομία
Η τοπική κουζίνα μας έκανε μεγάλη εντύπωση και δοκιμάσαμε όσα περισσότερα πιάτα μπορέσαμε κατά την διάρκεια του ταξιδιού, όχι όμως τόσο λόγω του διαφορετικού μαγειρικού στυλ της, αλλά κυρίως επειδή σε κάθε πόλη που επισκεφτήκαμε υπήρχε τεράστιος αριθμός μικρών ή μεγάλων μαγαζιών εστίασης και γρήγορου φαγητού, εκτιμούμε σίγουρα κατά πολύ μεγαλύτερος από την αναλογία κατοίκω-μαγαζιών που έχουμε στην Ελλάδα. Συνολικά, θα λέγαμε ότι ο πήχης ποιοτικά και ποσοτικά είναι απλώς πολύ, πολύ ψηλά!
Δύσκολα θα βρει κανείς κακό φαγητό στην Ιαπωνία. Αντιθέτως, είναι και πραγματικά αξιοθαύμαστη η αφοσίωση που επιδεικνύουν πολλές φορές οι μάγειρες κατά την προετοιμασία του φαγητού. Σε σχέση με την Ιαπωνική κουζίνα που τρώμε στην Ελλάδα, πολλά πιάτα πιάτα μας ήταν ήταν ήδη οικεία επειδή τα είχαμε ήδη δοκιμάσει την Ελλάδα, όμως καταλήξαμε πως η ποιοτική διαφορά στην πρώτη ύλη των πιάτων και η ποικιλία υλικών που δύσκολα προμηθεύονται τα μαγαζιά στην Ελλάδα έχουν σημασία και κάνουν τελικά και συνολικά μεγάλη διαφορά. Αν και ξεχωρίσαμε κάποια αγαπημένα πλέον πιάτα όπως το οκονομιγιάκι (παραδοσιακό street food της Οσάκα με πολλές παραλλαγές όπου είναι ψητή τηγανίτα, συνήθως με βάση λάχανο, νούντλς και διάφορα επιπλέον υλικά), το ρύζι με κάρυ και το τόνκατσου (τηγανητό χοιρινό σε κουρκούτι), συμπεράναμε πως το περιθώριο λάθους όταν δοκιμάζει κανείς είναι πολύ μικρό και πως είναι όλα άξια δοκιμής!
Ενοσίμα: Η αποκάλυψη του ταξιδιού
Όταν επιστρέψαμε στο Τόκυο, λίγες μέρες πριν ολοκληρωθεί το ταξίδι μας, εστιάσαμε σε μερικά ακόμα τουριστικά αξιοθέατα, μουσεία και ναούς, αλλά, κυρίως, στα τελευταία ψώνια για σουβενίρ και δώρα πριν την επιστροφή στην Ελλάδα. Κάναμε όμως και μια μονοήμερη εκδρομή που μας έμεινε αξέχαστη, σε ένα μικρό μέρος στο νότια του Τόκυο (μίαμιση ώρα με τα τοπικά τραίνα και εντός του ευρύτερου αστικού ιστού του Τόκυο), σε ένα μικρό νησί που ενώνεται με την ακτή με μια μικρή γέφυρα, το Ενοσίμα. Εκεί, μας κέρδισε η έντονη φυσική ομορφιά του νησιού με τα απότομα βράχια, τα πυκνά δέντρα και τις φυλλωσιές, ένα υπέροχο σύμπλεγμα υπόγειων σπηλιών (επισκέψιμων στο κοινό και με πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία) και έναν εντυπωσιακά μεγάλο πληθυσμό αετών (σε σημείο που παντού στο νησί έχει προειδοποιητικές πινακίδες καθώς οι αετοί συχνά εφορμούν και κλέβουν φαγητό από τον κόσμο, κάτι που το είδαμε και εμείς να συμβαίνει!). Στο νησί υπήρχαν επίσης λίγα κατοικημένα σπίτια, μια παραδοσιακή αγορά, καφέ με υπέροχη θέα στη θάλασσα (και στους αετούς που κυνηγούν!), ναοί και ένας πύργος παρατήρησης (περίπου 100 μέτρα σε ύψος από το έδαφος) που προσφέρει πανοραμική θέα σε όλο το νησί -μάλιστα, τις μέρες με καθαρό καιρό, μπορεί κανείς να διακρίνει στον ορίζοντα και το διάσημο όρος Φούτζι! Ήταν ένα μέρος όμορφο, ταυτόχρονα απλό που μπορεί κανείς να δει άνετα μέσα σε λίγες ώρες. Μια μονοήμερη απόδραση από τους γρήγορους και έντονους ρυθμούς του Τόκυο, που για εμάς υπήρξε η τελευταία ταξιδιωτική εμπειρία μας πριν την επιστροφή στην Ελλάδα.
Συνολικά θα έλεγα πως ήταν ένα μοναδικό ταξίδι, που σίγουρα θέλω και σχεδιάζω να ξανακάνω. Ήδη με το που προσγειωθήκαμε στην Αθήνα, μου έλειψαν τα (υπέροχα) conbini (σ.σ.: μικρά 24ωρα καταστήματα) με τα διάφορα σνακ τους, η ησυχία στα τραίνα, οι πολύ όμορφοι ναοί. Κρατάω επίσης το μονοπάτι και την κορυφή του Φουσίμι-Ινάρι, το Ενοσίμα, τα στενάκια της Ασάκουσα και την θέα των ιαπωνικών παραδοσιακών σπιτιών από το τραίνο.
Γενικά, είναι ένα ταξίδι που όποιος ενδιαφέρεται για την Ιαπωνία, θα πρέπει να κάνει τουλάχιστον μια φορά στην ζωή του, ειδικά αν είναι σπουδαστής Ιαπωνικών. Κατά την γνώμη μου, εκτός του πιο δημοφιλούς στόχου που έχουν οι περισσότεροι σπουδαστές Ιαπωνικών, δηλαδή να μπορούν να διαβάζουν και να βλέπουν τα αγαπημένα τους anime και manga στη γλώσσα τους, ο στόχος για εμένα είναι να μιλήσεις μια μέρα τη γλώσσα στον δρόμο, στην καθημερινότητα. Η αίσθηση του να είσαι εκεί και να μιλάς κάνοντας έστω και μια απλή συζήτηση, αλλά όμως σε μια γλώσσα τόσο διαφορετική από τα Ελληνικά, είναι, πιστέψτε με, μια αίσθηση μοναδική!”